Υπόβαθρο του δικτύου Bioflora

Υπόβαθρο του δικτύου Bioflora

Μέχρι τον 19ο αιώνα, τα φυτικά εκχυλίσματα που περιέχουν μίγματα φυσικών προϊόντων ήταν το κύριο θεραπευτικό μέσο σε όλες τις κοινωνίες. Το πρώτο συνθετικό φάρμακο, η ασπιρίνη, αναπτύχθηκε το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, πριν την σύνθεσή της το έπαιρναν από εκχύλισμα του φλοιού της Ιτιάς (Salix spp). Αλλά και στη νέα εποχή των συνθετικών φαρμάκων, τα φυτικά φυσικά προϊόντα έχουν κυρίαρχη θέση, π.χ. μορφίνη, υοσκυαμίνη, εφεδρίνη κ.ά. Για παράδειγμα, από τη δεκαετία του 1940, 175 αντικαρκινικά φάρμακα έχουν αναπτυχθεί και διατεθεί στην αμερικανική, ευρωπαϊκή και ιαπωνική αγορά (πχ taxol. taxotere,από τον Ιταμο ή ήμερο έλατο Taxus spp.). Το 14 % των φαρμάκων αυτών είναι καθαρά φυσικά προϊόντα ενώ το υπόλοιπο 50% είναι μιμητές φυσικών προϊόντων ή έχουν προκύψει από ημισυνθετική τροποποίηση αυτών ή περιέχουν φαρμακοφόρες ομάδες από φυσικά προϊόντα. Πολύ συχνά η δομική πολυπλοκότητα των φυσικών προϊόντων ξεπερνά τη φαντασία των συνθετικών χημικών και αποτελεί πρόκληση για αυτούς η δομική ταυτοποίηση και η σύνθεση αυτών.

Από το συνολικό αριθμό των περίπου 300000 φυτών ανά τον κόσμο, υπολογίζεται ότι μόνο το 10% έχει ελεγχθεί συστηματικά, για την παρουσία βιοδραστικών φυτοχημικών. Αλλά, ακόμα και αυτός ο αριθμός δεν αποκαλύπτει τον πλούτο των περιεχομένων φυσικών προϊόντων, αφού σε κάθε φυτό είναι δυνατό να υπάρχουν περισσότερα του ενός βιοδραστικά φυσικά προϊόντα, είτε σε ολόκληρο το φυτό ή σε συγκεκριμένα μέρη αυτού. Η συγκεντρωσή τους ποικίλλει ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο του φυτού, τις εδαφοκλιματικές συνθήκες, το χρόνο συλλογής και τα χημικά/φυσικά ερεθίσματα του φυτού. Η λεκάνη της Μεσογείου, στη μοναδική θέση μεταξύ της Ευρασιατικής και της Αφρικανικής ηπείρου είναι ένα από τα 25 οικοσυστήματα που είναι πλούσια σε βιοποικιλότητα (35.000 taxa), αλλά απειλούνται και με εξαφάνιση των ειδών. Οι κίνδυνοι για την μεσογειακή/ελληνική βιοποικιλότητα είναι πολλαπλοί: η επέκταση των αστικών περιοχών για λόγους ανάπτυξης (τουριστικής, οικονομικής), η εντατικοποίηση της αγροτικής καλλιέργειας, η διαφαινόμενη παγκόσμια αλλαγή του κλίματος με επακόλουθη την ερημοποίηση της περιοχής, η έλλειψη υδάτινων πόρων, οι πυρκαγιές, η ανεξέλεγκτη βόσκηση. Επομένως, είναι ορατός ο κίνδυνος πολλά από τα σπάνια αυτοφυή φυτά της Ελλάδας να εκλείψουν και συνάμα να χαθεί ένας ανεκτίμητος πλούτος φυσικών προϊόντων και συνάμα δραστικών φαρμάκων.

Πέρα, όμως, από τη χημική συνθετική σκοπιά, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τονίζει ότι τα φυτικά εκχυλίσματα αποτελούν σήμερα θεραπευτικό μέσο σε μεγάλο μέρος (80%) του παγκόσμιου πληθυσμού. Ακόμα και στην ελληνική κοινωνία, ο πληθυσμός χρησιμοποιεί αφεψήματα αυτοφυών φυτών, καταπλάσματα, βάμματα ή ιατρικούς οίνους για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Όμως, η γνώση αυτή που έχει μεταβιβαστεί από γενιά σε γενιά κινδυνεύει να χαθεί στη σημερινή γενιά πριν προλάβουμε να μελετήσουμε τη βιολογική/θεραπευτική αξία αυτών (εθνοβοτανική/εθνοφαρμακολογία) και να την αξιοποιήσουμε για την ανάπτυξη νέων αποτελεσματικών θεραπευτικών μέσων.